Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Το Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη


Η ίδρυση του Ελληνικού Γυμνασίου της Ρώμης, παρά την ολιγόχρονη ζωή του, υπήρξε καρπός της αγωνίας των λόγιων προσφύγων όχι μόνον να διαδώσουν τα ελληνικά γράμματα, αλλά και να μορφώσουν τα ελληνόπουλα της διασποράς στην γλώσσα και την ιστορία τους .Σε μία σειρά ελληνικών σχολείων που ιδρύθηκαν από Έλληνες λογίους(όπου οι ίδιοι ήσαν συχνά και δάσκαλοι) και με την συμπαράσταση φιλελλήνων Δυτικών, σε διάφορες πόλεις της Δύσης όπου υπήρχε ελληνική διασπορά, με την προοπτική ότι μέσα από αυτά θα προερχόταν μία νέα γενιά μορφωμένων Ελλήνων, που θα μπορούσαν να επιστρέψουν στις υπόδουλες περιοχές και να συμβάλλουν στην πνευματική και μορφωτική ανύψωση του υπόδουλου ελληνισμού, και παράλληλα να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση, το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Ιανού Λασκάρεως υπήρξε το πρώτο σημαντικό ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα της διασποράς, και απετέλεσε το πρότυπο και για ανάλογα σχολεία που ιδρύθηκαν αργότερα.

Σαν συνέχεια του Ελληνικού Γυμνασίου που εμπνεύστηκε, λειτούργησε και διηύθυνε ο Ιανός Λάσκαρης, θα μπορούσε να θεωρηθεί η μετά μίαν πεντηκονταετία ίδρυση στην Ρώμη το 1577 από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ' του Ελληνικού Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου( Collegio Greco di San
Athanasio),το οποίο αναδείχθηκε σημαντικό πνευματικό ίδρυμα ,από το οποίο κατά τους δύσκολους αιώνες της οθωμανοκρατίας προήλθε η πνευματική ηγεσία του ελληνισμού. Σε αυτό φοίτησαν Έλληνες από τις βενετικές κτήσεις(Κρήτη, Κύπρο, Επτάνησα, Πελοπόννησο)και από τον κυρίως
οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο. Από το Κολλέγιο απεφοίτησαν πολλοί λόγιοι, διδάσκαλοι
του γένους, φιλόσοφοι, κληρικοί, ιεράρχες και Πατριάρχες.

Στο Ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης οι μαθητές διδάσκονταν την αρχαία ελληνική γλώσσα και τους κλασσικούς συγγραφείς, και εξασκούνταν στην φιλολογική, γραμματολογική και εννοιολογική ερμηνεία των κλασσικών κειμένων. Οφείλουμε βεβαίως να ομολογήσουμε ότι η Δυτική Εκκλησία με την ίδρυση του Κολλεγίου ήθελε να επιτύχει την δημιουργία μίας σειράς πεπαιδευμένων Ελλήνων, οι οποίοι επιστρέφονταν στις υπόδουλες περιοχές να εργασθούν για την πνευματική ανύψωση των συμπατριωτών τους, αλλά και παράλληλα να προέλθει μέσα από το Κολλέγιο η νέα πνευματική ηγεσία των Ελλήνων που θα ήταν φίλα προσκείμενη στην Ρωμαϊκή Εκκλησία και θα εργαζόταν προπαγανδιστικά μέσα στις περιοχές του ελληνισμού προωθώντας την προσέγγιση των Εκκλησιών και ενισχύοντας τα φιλοκαθολικά και φιλενωτικά στοιχεία. Παρά ταύτα, το Ελληνικό Κολλέγιο
συνέβαλε θετικά και ουσιαστικά στην πνευματική καλλιέργεια και μόρφωση των Ελλήνων και έως σήμερα εξακολουθεί την λειτουργία του στην Ρώμη ως μία πνευματική εστία των ελληνικών σπουδών, πάντοτε υπό την εποπτεία της Δυτικής Εκκλησίας, αν και έχει απολέσει τον αρχικό του κυρίαρχο και πρωταρχικό ρόλο.

Ανάμεσα στις πρώιμες λογίες μορφές που απεφοίτησαν από το Ελληνικό Κολλέγιο συγκαταλέγεται ο κερκυραϊκής καταγωγής Νικόλαος Σοφιανός(16ος αι.) που συνέταξε Γραμματική της κοινής, καθομιλουμένης, δημοτικής γλώσσας και ασχολήθηκε με την μετάφραση αρχαίων συγγραφέων στην απλή γλώσσα της εποχής της. Ο Νικόλαος Σοφιανός πίστευε πως μέσα από την χρήση της δημοτικής γλώσσας στην παιδεία θα μπορούσε ο πλούτος των ελληνικών γραμμάτων να καταστεί προσιτός και κατανοητός στον υπόδουλο ελληνισμό και έτσι να επιτευχθεί η πνευματική του αναγέννηση.
Ένας άλλος, κάπως μεταγενέστερος του Σοφιανού, αλλά εξίσου σημαντικός απόφοιτος του Ελληνικού Κολλεγίου υπήρξε ο Λέων Αλλάτιος (15861669), που εργάσθηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Βατικανό, και επιμελήθηκε της εκδόσεως ελληνικών εκκλησιαστικών και πατερικών κειμένων και
συγγραφέων, όπως του ιερού Χρυσοστόμου και του Μεγάλου Φωτίου.

Ένα ωστόσο ιταλικό εκπαιδευτικό ίδρυμα προορίζεται καταρχήν για Έλληνες: το παπικό ελληνικό Kολλέγιο του Aγίου Aθανασίου στη Pώμη (στα ιταλικά Collegio Greco), το οποίο ιδρύεται το 1575 από τον πάπα Γρηγόριο IΓ΄ και αποσκοπεί στη διάδοση του λατινικού δόγματος στους ελληνορθόδοξους. Πριν από την ίδρυση του Collegio Greco, από το 1514 ως το 1521 είχε λειτουργήσει στη Pώμη ένα Eλληνικό Γυμνάσιο, στο οποίο είχε μορφωθεί ένας ικανοποιητικός αριθμός Eλλήνων μαθητών και είχαν διδάξει επιφανείς έλληνες λόγιοι. Tο είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας πάπας Λέων I΄και ο χαρακτήρας του ήταν αποκλειστικά ουμανιστικός. Aντίθετα το Kολλέγιο του Aγίου Aθανασίου ιδρύεται την εποχή στην οποία θριαμβεύει το πνεύμα της Aντιμεταρρύθμισης και συνακόλουθα ο ιεραποστολικός ζήλος της Kαθολικής Eκκλησίας είναι φλογερός. H επίσημη διακήρυξη της λειτουργίας του ιδρύματος γίνεται τον Iανουάριο του 1577. Bασικός του στόχος είναι ο εκλατινισμός των ορθόδοξων μαθητών, οι οποίοι επιστρέφοντας στον ελληνικό χώρο θα διαδώσουν το λατινικό δόγμα. Oι Έλληνες που έρχονται να φοιτήσουν στο Kολλέγιο κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του φαίνεται ότι αγνοούν αυτόν το στόχο, γύρω στα 1650 ωστόσο οι πραγματικοί στόχοι του ιδρύματος είναι πλέον γνωστοί, κι έτσι η έλξη που ασκεί το Kολλέγιο στους Έλληνες μειώνεται.

Tο Kολλέγιο προσφέρει πάντως στους Έλληνες κλασική παιδεία υψηλής στάθμης. Πέρα από τη Θεολογία και την κατήχηση στα δόγματα της Kαθολικής Eκκλησίας, η οποία γίνεται στα ελληνικά, οι μαθητές διδάσκονται Aρχαία Eλληνικά και Λατινικά, Διαλεκτική και Φιλοσοφία. Oι μαθητές είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους Έλληνες και μάλιστα από επιφανείς οικογένειες, όπως ορίζει και το Kολλέγιο. Oι περισσότεροι δεν πρέπει να είναι πάνω από 14 χρονών όταν αρχίζουν να φοιτούν στο ίδρυμα. Aπό το 1576 ως το 1700 φοιτούν στο Kολλέγιο 439 Έλληνες σε σύνολο 690 ατόμων, ποσοστό 63,62%. Περίπου 8% των υπόλοιπων σπουδαστών του Kολλεγίου είναι εξάλλου Eλληνοαλβανοί, μαθητές δηλαδή για τους οποίους δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, αν είναι ελληνικής ή αλβανικής καταγωγής, ενώ 3% περίπου των σπουδαστών είναι Έλληνες της Iταλίας. Oι περισσότεροι Έλληνες κατάγονται από την Kρήτη, τα νησιά του Iονίου, τη Xίο και την Kύπρο, με ποσοστά επί του συνόλου των Eλλήνων σπουδαστών που κυμαίνονται από 11, 61% για τους Kύπριους, ως 19, 13% για τους Kρητικούς. Στο Kολλέγιο φοιτούν επίσης Έλληνες από τις Kυκλάδες, την Πελοπόννησο, την Kωνσταντινούπολη, την Aθήνα, τη Mακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Mικρά Aσία, τα Δωδεκάνησα.
Mετά την αποφοίτησή τους από το Kολλέγιο άλλοι μαθητές συμπληρώνουν τις σπουδές τους σε ιταλικά πανεπιστήμια, άλλοι αναπτύσσουν διδακτική δραστηριότητα στον ελληνικό χώρο, την Iταλία και την Eυρώπη γενικότερα, ορισμένοι ακολουθούν διπλωματική ή εκκλησιαστική σταδιοδρομία. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι το Kολλέγιο απέτυχε στους στόχους του, αφού μόλις 32 σπουδαστές του, γίνονται φανατικοί υποστηρικτές της ενωτικής ιδέας, ενώ από τους 113 μαθητές του, που ακολούθησαν εκκλησιαστική σταδιοδρομία, μόνο 46 ασπάστηκαν το λατινικό δόγμα. Στους επιφανείς αποφοίτους του Kολλεγίου, κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα, ανήκουν τόσο ο ενωτικός λόγιος Λέων Aλλάτιος, όσο και ο ανανεωτής της νεοελληνικής φιλοσοφικής σκέψης Θεόφιλος Kορυδαλεύς.

 Το Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης ιδρύθηκε μετά την πρώτη Σύνοδο του Τrento, για να ενισχύσει τη μόρφωση των Ελλήνων στη Ρώμη. Πρόκειται για ένα Ίδρυμα, στο οποίο, όσο και αν συσσωρεύ­τηκαν οι μνήμες της ουμανιστικής παραδόσεως της Ρώμης, επικρα­τεί κατ' εξοχήν η ατμόσφαιρα της Αντιμεταρρυθμίσεως και της ιεραποστολικής πράξεως της Καθολι­κής Εκκλησίας.
   
  Το Κολέγιο αυτό εξελίσσεται σ' ένα κέντρο σπουδών της ελλη­νικής και χριστιανικής παιδείας και διαμορφώνεται ως η πρώτη ιδιόρ­ρυθμη και μοναδική πανεπιστημια­κή Σχολή ειδικά για Έλληνες στην Ευρώπη, αφού οι τρόφιμοι της μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση σε ηλικία 9 ετών περίπου. Στη συνέ­χεια, αυτοί αποφοιτούν μετά από δέκα - δεκαπέντε χρόνια ως πτυ­χιούχοι και διδάκτορες Φιλοσοφί­ας ή Θεολογίας.
  
Η μορφωτική πολιτική που α­πό τα 1576 εγκαινίασε η Αγία Έδρα απέναντι στους σκλαβωμέ­νους Έλληνες με το Κολέγιο αυ­τό απέβλεπε στην παραγωγή στελεχών ικανών να υπηρετήσουν την ιδέα της ενωμένης Εκκλησίας με βάση το όραμα της αποτυχημένης Συνόδου της Φλωρεντίας.
    
   Η προσφορά μορφώσεως σε μι­κρούς Έλληνες στην Καθολική Δύση, κάτω από την άμεση επο­πτεία της Λατινικής Εκκλησίας, γνώρισε διάφορα σχέδια. Από τον 14ο αι. ακόμη ο δομινικανόςBrocardus υποστήριζε ότι πρέπει κά­θε ελληνική οικογένεια να στέλ­νει στη Δύση ένα παιδί της για να ανατραφεί στη λατινική πίστη. Έτσι θα πετύχαινε ο «εκλατινισμός» της Ανατολής. Έναν αιώνα αργότερα, λίγο πριν από τη γνω­στή «ένωση» της Φλωρεντίας (1439), ο camaldoplese μοναχός και ανθρωπιστής Ambrogio Traversari, πρότεινε στον πάπα Ευγένιο Δ' τη μεταφορά στη Ρώμη ακόμη και ε­κατό νεαρών Ελλήνων που θα μορφώνονταν στα ελληνικά και τα λατινικά Γράμματα, θα ενστερνί­ζονταν τις απόψεις της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας και θα απέβαιναν πολύ χρήσιμοι, όταν, ώ­ριμοι, θα επέστρεφαν στην πατρί­δα τους. Με τον τρόπο αυτό θα σταθεροποιούνταν οριστικά η ένω­ση των δύο Εκκλησιών.
    
   Στις αρχές του επόμενου αιώ­να, του 16ου, η ίδρυση του περιώ­νυμου Ελληνικού Γυμνασίου «ad Gaballinum montem» από τον φι­λέλληνα πάπα Μέδικο Λέοντα Γ. Το Ελληνικό Γυμνάσιο Ρώμης ή­ταν σχολή προς εκμάθηση της ελ­ληνικής γλώσσας και μελέτης των Ελλήνων συγγραφέων που λει­τούργησε στη Ρώμη.            
    
  Ιδρύθηκε με­τά από τις επίμονες προσπάθειες του Ιανού Λάσκαρη και με την ευ­νοϊκή σύμπραξη του Πάπα Λέο­ντα Γ. Ο Λάσκαρης ήταν φίλος και οικείος των Μεδίκων. Όταν ο Λέων Γ έγινε Πάπας, κάλεσε τον Λάσκαρη στην Ρώμη. Ο Λάσκα­ρης ερχόμενος στην Ρώμη άρχισε αμέσως τις προσπάθειες ίδρυσης Γυμνασίου για την διατροφή και εκπαίδευση προσφύγων νέων από την υπόδουλη Ελλάδα. Ο Λέων έδωσε την συγκατάβαση του, και έτσι το Γυμνάσιο ανεγέρθη στούς πρόποδες του Κυρίνου λόφου. Για την ενέργεια τους αυτή Πάπας και ο Λάσκαρης αξιώθηκαν των επαίνων των συγχρόνων τους, και ιδιαίτερα του Ιερώνυμου Βίδα και Μάρκου Μουσούρου. Πολλοί σημαντικοί άνδρες αποφοίτησαν στο σχολείο αυτό. Ιδιαίτερα ο Κωνσταντίνος Ράλλης, Νικόλαος Σοφιανός, Χριστόφορος Κονταλέος, Ματθαίος ΔεΒάρης και άλλοι. Το Γυμνάσιο ήταν εξοπλισμένο με τυπογραφικό πιεστήριο, από οποίο τυπώθηκαν και εκδόθηκαν πολλά συγγράμματα των νεαρών φοιτητών. Αργότερα, όταν ο Λάσκαρης εγκατέλειψε την Ρώμη και πήγε στην Γαλλία για να μπει ατην υπηρεσία του Βασιλιά, ο δε Λέων Γ απεβίωσε το  1521, η λειτουργία του γυμνασίου φαίνετα­ι ότι έληξε. Αυτό εκλαμβάνουμε και από μια επιστολή την οποία γράφει ο Αρσένιος ο Μονεμβασίτης προς τον ίδιο τον Λάσκαρη. Πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι Κολέγιο του Λέοντος Γ δεν απέβλεπε καθόλου στη διάδοση των λατινικών δογμάτων γι αυτό και δεν αποτελεί ούτε συνέχεια προγενεστέρων επιδιώξεων ή καταστάσεων προσηλυτιστικού χαρακτήρα ούτε βέβαια και προοίμιο των ενεργειών της Καθολικής Εκκλησίας  στην περίοδο της Αντιμεταρρυθμίσεως.  
  
   Κατά τον 16ο αι. η Αγία Έδρα προσπαθεί να ελέγξει την θρη­σκευτική συνείδηση, ώστε να συ­γκρατηθεί το προτεσταντικό κίνη­μα. Έτσι αρχίζουν να διαμορφώ­νονται νέες συνθήκες ως προς τη στάση του Βατικανού απέναντι στον ελληνορθόδοξο κόσμο της Ανατολής. Οι καθολικοί προσπα­θούν να ενσωματώσουν τον «σχι­σματικό» κόσμο, στους κόλπους της δικιάς τους Εκκλησίας, κάτι που ήδη είχαν αρχίσει για δικό τους λογαριασμό οι προτεστάντες. Επίσης, οι καθολικοί χρησιμο­ποιούν το δυναμικότερο μέσο για να το πετύχουν: την «παιδεία», μέ­σω του ιερού κηρύγματος, της ίδρυσης σχολείων, της εκτύπωσης και διάδοσης Βιβλίων.
    
 Το πνεύμα της εποχής ολοκλη­ρώνεται στο πρόσωπο και στις πρά­ξεις ενός ικανού ηγέτη του καθο­λικού κόσμου, του πάπα Γρηγορίου ΙΓ'. Στην εκπαιδευτική του πο­λιτική οι Ιησουίτες, μειλίχιοι διδά­σκαλοι και λαμπροί διαφωτιστές, εξασφάλισαν αναμφισβήτητη επι­τυχία. Σ' αυτούς θα παραδώσει ο Γρηγόριος τη διεύθυνση του επα­νιδρυμένου στη Ρώμη Collegio Germanico, τουCollegio Ungarico και του  Collegio  Inglesse. Στη Ρώ­μη επίσης ιδρύει τα Κολέγια των Μαρωνιτών του ΛιΒάνου και των Αρμενίων, καθώς και των Νεοφύ­των για τους Εβραίους και τους μουσουλμάνους που ασπάζονταν τον χριστιανισμό.
  
   Η πολιτική κατάσταση στην ο­θωμανική αυτοκρατορία είχε προ­καλέσει το ζωηρό ενδιαφέρον της καθολικής Ευρώπης και φυσικά του Βατικανού για το μέλλον των τουρκοκρατούμενων ελληνικών χωρών. Η προοπτική της απελευθέρωσης ελληνικών περιοχών έ­θεσε άμεσα στη Ρώμη το πρόβλη­μα της προσεγγίσεως των ορθό­δοξων πληθυσμών με ανθρώπους αφοσιωμένους στην ιδέα της ε­νώσεως των Εκκλησιών.  Έτσι ή­ταν αναγκαία η ίδρυση ενός Ι­δρύματος σχετικού με τους Έλλη­νες.
      
  Το 1575, φαίνεται πως είχε συ­νταχθεί παπική εγκύκλιος, στα ελ­ληνικά, που κοινοποιούσε στους κληρικούς και λαϊκούς της Ανα­τολικής Εκκλησίας την πρόθεση του Γρηγορίου ΙΓ' να ιδρύσει «φροντιστήριον» ή «διδασκαλείον», «παιδοτροφείον και παιδαγωγείον». Σ' αυτό καλούνταν να φοι­τήσουν ελληνόπουλα, για να μορφωθούν «εις τας σεμνάς επιστήμας», ώστε να μη σβήσει, αλλά να αναζωπυρωθεί και να διαλάμψει, όπως πρώτα, η σοφία της Ελ­λάδας. Το παπικό έγγραφο κάνει εκτενή αναφορά στην αρχαία ελ­ληνική κληρονομιά, η οποία πάει να χαθεί μέσα στην αμάθεια. Ο πάπας ενδιαφέρεται έντονα να δια­τηρηθεί η πολιτιστική ταυτότητα των Ελλήνων και στη συνέχεια α­ναφέρεται στη φλωρεντινή σύνοδο και την απόφαση της για την ένωση των Εκκλησιών. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, θα μορφώ­νονταν οι μαθητές του Κολλεγίου, ώστε να συμβάλλουν στη στε­ρέωση της εκκλησιαστικής ενώσε­ως.
   
    Με άλλα λόγια, το νέο Ίδρυμα είχε διττό σκοπό:την ανθρωπιστι­κή μόρφωση και η αποδοχή και διάδοση του φλωρεντινού όρου. Από τις 3 Νοεμβρίου 1576 άρχισε να λειτουργεί το Κολέγιο (πριν από την έκδοση της παπικής βού­λας) με την εγγραφή έξι μαθη­τών. Από τους έξι μαθητές, οι δύο γεννήθηκαν στην Ιταλία από Έλ­ληνες γονείς, Ηπειρώτες και Κορωναίους. Από τους υπόλοιπους, οι δύο ήταν από την Κύπρο και οι άλλοι από την τουρκοκρατούμενη ήδη πατρίδα τους (Κρήτη και Νάξο). Ωστόσο, δεν θα πρέπει να πα­ραλείψουμε πως η Βενετία είχε ενδιαφερθεί να διευκολύνει την αποστολή στη Ρώμη νεαρών Ελ­λήνων από τις αποικίες της στην Ανατολή (Επτάνησα, Κρήτη, Τή­νο).
    
  Η επίσημη διακήρυξη για τη λειτουργία του εκπαιδευτικού Ιδρύματος των Ελλήνων έγινε στις 16 Ιανουαρίου 1577 με την έκδοση της γνωστής βούλας του Γρηγορίου ΙΓ. Σπουδαία θέση, στη λειτουργί­α του Κολεγίου, διαδραμάτιζαν οι καρδινάλιοι. Αυτοί, ήταν υπεύ­θυνοι για την επιλογή των οικότροφων και για την οικονομική ε­νίσχυση του Ιδρύματος. Ο μακρο­βιότερος και ο πιο δραστήριος ή­ταν ο Santoro ο οποίος διεύθυνε το Κολέγιο για περίπου 25-30 χρόνια. Αξιοσημείωτοι ήταν οι:  Filippo BuoncompagniGulielmo Sirielo kai o Benedetto Giustiniani.  

 Ο τελευταίος, μείωσε τα χρόνια των σπουδών, τον αριθμό των σπουδαστών και το προσωπικό του Ιδρύματος. Απομάκρυνε από τη διεύθυνση, το 1604, τους Ιησουί­τες και διεύθυνε το Κολέγιο ως τον θάνατο του. Ο θεσμός των καρδιναλίων συνεχίστηκε έως τα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ.
  
   Οι εξετάσεις στο Ίδρυμα λάμ­βαναν χώρα κάθε έτος και οι μα­θητές μπορούσαν να εξετασθούν στη Λογική, τα Φυσική Φιλοσοφί­α, τη Μεταφυσική και σε οποιοδήποτε μάθημα ολοκλήρωναν. Σημαντικές ήταν οι πτυχιακές και οι διδακτορικές εξετάσεις, οι οποίες γινόντουσαν δημόσια και με επι­σημότητα μέσα στην εκκλησία του Κολεγίου, τον Αγιο Αθανάσιο. Οι πτυχιακές εξετάσεις περιελάμβα­ναν τη Φιλοσοφία και την θεολο­γία. Πριν εμφανισθεί ο υποψήφιος πτυχιούχος στη δημόσια τελετή, υ­ποβαλλόταν σε αυστηρή εξέταση από τους καθηγητές του. Αν πε­τύχαινε στις εξετάσεις, του δινό­ταν οι ευκαιρία να δοκιμασθεί δη­μόσια με θέματα τα οποία έπρεπε πρώτα τα τοιχοκολληθούν σε δη­μόσια μέρη. Την ημέρα της τελε­τής, ο μαθητής έκανε μια εισαγω­γή μετά την οποία παρουσιάζονταν επίσημα στον καρδινάλιο τα θέματα. Ακολουθούσε η «εξέταση» και στο τέλος έκλεινε η διαδικα;σία με έναν επίσλογο από τον εξεταζόμενο.
   
   Για την αναγόρευση του διδά­κτορα, ίσχυε η παραπάνω διαδι­κασία με την μόνη διαφορά ότι εξεταζόταν σε δύο θέματα Φιλο­σοφίας και δύο Θεολογίας. Κάθε εξεταστής είχε δικαίωμα να μιλή­σει και να υποβάλει ερωτήσεις για περίπου 15 λεπτά. Στη συνέχεια  ο κλητήρας, διένειμε δύο χαρτάκια· στο ένα αναγραφόταν το γράμμα Α (approdo) και στο άλλο το γράμμα R (reprodo). Αυτά δίνονταν στον διευθυντή του Κολεγίου, στους προσκεκλημένους, στους ε­ξεταστές και στο προσωπικό του Ιδρύματος.
     
  Η ψηφοφορία ήταν μυστική. Ο κλητήρας μάζευε τα χαρτάκια και ανακοίνωνε το αποτέλεσμα.
  Στη συνέχεια, εφόσον το απο­τέλεσμα ήταν θετικό, ο διδάκτο­ρας ορκιζόταν με το χέρι στο ευαγ­γέλιο και έπαιρνε από τον υπεύ­θυνο των σπουδών το διδακτορι­κό δίπλωμα. Του έδιναν επίσης έναν σκούφο, ένα δαχτυλίδι και την Αγία Γραφή. Στο τέλος, ο νέ­ος διδάκτορας ανέβαινε στην έ­δρα και έκανε ένα σύντομο μάθη­μα. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη του διδακτορικού διπλώ­ματος, πέρα από τη γνώση, ήταν το ήθος του υποψηφίου. Γενικά οι διδάκτορες του Κολεγίου ήταν και της Φιλοσοφίας και της Θεο­λογίας, από κοινού. Οι έλληνες διδάκτορες κάλυπταν συνήθως το 55% ως προς το σύνολο των δι­δακτόρων. Τέλος, για τους υπο­ψήφιους της Φιλοσοφίας - Θεολογίας τα θέματα είχαν δύο μέρη: το ένα προερχόταν από τον Αρι­στοτέλη και αναφερόταν στον φι­λοσοφικό τομέα  το άλλο κάλυ­πτε τον θεολογικό τομέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: